Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ "ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗ" (19 Απριλίου 2016)

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ
ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗ
19 Απριλίου 2016
Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά αλλά και τιμή για το γεγονός ότι μου ανατέθηκε η παρουσίαση του βιβλίου του αειθαλούς αγωνιστή της ελευθερίας και της δημοκρατίας  Δώρου Θεοδώρου. Του εύχομαι από καρδιάς και αυτό το βιβλίο του  να είναι καλοτάξιδο και ο ίδιος να είναι γερός και να συνεχίσει μέσα από γραπτά του να μας φωτίζει τη σκέψη και να μας εμπλουτίζει.
Το κυπριακό πρόβλημα υφίσταται για πολλές τώρα δεκαετίες περνώντας από πολλές φάσεις και χίλια μύρια κύματα. Αναπόφευκτα έχει καταστεί  μέρος της ίδια της ζωής μας,  συνυφάνθηκε με αυτήν, τόσο των  παλαιότερων όσων και των νεότερων. Eκ των πραγμάτων περισσότερο των παλαιότερων  εκ των οποίων τους πλείστους συνοδεύει από την γέννηση τους μέχρι το γήρας ή και το θάνατο τους. Έτσι θα μπορούσαμε  να το χαρακτηρίσουμε ως ένα πρόβλημα «υπαρξιακό», αφού μεταξύ άλλων το συνοδεύει και ένα άλυτο πένθος.
Γενεές Ελλήνων Κυπρίων φεύγουν με την αγωνία αλλά και το καημό για το μέλλον αυτού του τόπου. Όπως γράφει  ο Κώστας Μόντη σε ένα τετράστιχο του με το τίτλο «Μετά την τουρκική εισβολή»: «Τώρα πια πως θα μπορέσουμε να πεθάνουμε / Τώρα πια πως θα μπορέσουμε να πεθάνουμε  / μ’  αυτήν την αγωνία πίσω μας; /Αναγκαστικώς θ’ αναβάλλουμε./ O Κώστας Mόντης, όπως και τόσοι άλλοι έφυγαν, και η ελευθερία ακόμα δεν ήρθε.

Από το 1974 η Κύπρος σχοινοβατεί μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας. Μια λεπτή γραμμή τη χωρίζει από τον δρόμο για την οριστική εξαφάνιση. Και ενώ τα όπλα στα χέρια της αυξήθηκαν οι αντιστάσεις της ελαττώθηκαν, επιβεβαιώνοντας τη ρήση ότι ο χειρότερος εχθρός των Ελλήνων είναι ο ίδιος ο  εαυτός τους.
 Την λεπτή αυτή  γραμμή μεταξύ ύπαρξης και εξαφάνισης την αντιλαμβάνεται πλήρως ο Δώρος Θεοδώρου από την επαύριον κιόλας της εισβολής γράφοντας και  τα ακόλουθα: «Η τραγικότητα της σημερινής μας κατάστασης έγκειται σε τούτο: o αγώνας μας δεν γίνεται πια για ανεξαρτησία ή για ελευθερία ή για προκοπή. Γίνεται για εθνική επιβίωση. Μέσον της εθνικής μας επιβίωσης θα κατακτηθούν η ελευθερία και η προκοπή. Στο άλλο τέρμα  μας περιμένει το τέλος. Και δυστυχώς δεν έχομε εκλογή ενδιάμεση. Και συνεπώς δεν έχομε καν εκλογή. Οφείλουμε να αγωνιστούμε για την επιβίωση μας».  
Το βιβλίο του Δώρου Θεοδώρου, απόσπασμα του οποίου μόλις σας διάβασα, πρωτοκυκλοφόρησε το 1975. Το παρόν  αποτελεί επανέκδοση, αναθεωρημένη όμως και εμπλουτισμένη. Ο εμπλουτισμός της έγκειται τόσο στο γεγονός ότι το παλαιό κείμενο επικαιροποιείται με σημερινές υποσημειώσεις ενώ στο τέλος του βιβλίου  προστίθεται  ένα νέο  κεφάλαιο με τον τίτλο «Η πρόταση μας μετά από 41 χρόνια».
Και εδώ ακριβώς έγκειται μεταξύ άλλων η αξία του βιβλίου, στο γεγονός ότι  γράφτηκε την επομένη της τουρκικής εισβολής, μέσα  στο ιδιαίτερο εκείνο κλίμα που διαμορφώθηκε αμέσως μετά, με το ασήκωτο βάρος των  δεινών που επισωρεύτηκαν  στο τόπο. Οι αρετές του είναι πολλές και όταν θα το διαβάσετε θα τις διαπιστώσετε και οι ίδιοι.  Για παράδειγμα  ενώ ο  Δώρος Θεοδώρου γράφει την επαύριον της καταστροφής με τα γεγονότα να είναι τόσο νωπά αποφεύγει να πέσει στην παγίδα του συναισθηματισμού ή της οργίλης ρητορικής που θα  θόλωνε το τοπίο και τα πραγματικά δεδομένα. Και εδώ μπορούμε να δούμε το βάθος του πολιτικού αισθητηρίου του συγγραφέα. Αναλύει ψύχραιμα, πολυδιάστατα και διεισδυτικά με αποτέλεσμα τα συμπεράσματα του να είναι οξυδερκή και δυστυχώς τέσσερεις τόσες δεκαετίες μετά να είναι δικαιωμένος.
Ταυτόχρονα μέσα από την ανάλυση του  μας παρέχονται διάφορες πολύτιμες πληροφορίες, κάποιες αποκαλυπτικές θα έλεγα, οι οποίες θα αποβούν  χρήσιμες και θα αξιοποιηθούν από όσους μελετούν την ιστορία του κυπριακού. Όπως για παράδειγμα η πληροφορία ότι κατά τη σύνοδο του ΝΑΤΟ  το 1971-72  στη Λισσαβόνα διαμηνύθηκε στον τότε Υπουργό Εξωτερικό Σπύρο Κυπριανού ότι η Ελλάδα και η Τουρκία είχαν ήδη αποφασίσει να λύσουν το κυπριακό με διπλή ένωση. Ή η αποκάλυψη που έγινε στον ίδιο το 1964 από τον Πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου ότι προτίθετο να στείλει για αρχηγό της υπό σύστασης Εθνικής Φρουράς τον Γεώργιο Γρίβα προκειμένου ταυτόχρονα να ελέγχει και το Μακάριο.
Το βιβλίο μπορούμε να πούμε ότι καταπιάνεται με τέσσερεις θεματικές. Η  πρώτη είναι οι διεθνείς και περιφερειακές διαστάσεις του κυπριακού με επίκεντρο ασφαλώς την τραγωδία του 1974. Πρώτιστο σε αυτό αποτελεί η θεώρηση του συγγραφέα   για την συνομωσία  των Αμερικανών, της Χούντας, ιδιαίτερα όταν αυτή πέρασε στα χέρια του Ιωαννίδη, και  της Τουρκίας, για  επιβολή λύσης με πραξικόπημα και εισβολή -  λύση διπλής ένωσης. Δεν παραλείπει ταυτόχρονα να σκιαγραφήσει τα ελλαδοκυπριακά πράγματα όπως διαμορφώνονταν μετά την εισβολή και την πτώση της χούντας, διατυπώνοντας  πάντα και τις δικές του απόψεις. Πέραν τούτου, που είναι το κεντρικό, υπάρχουν συμπληρωματικές  υποθεματικές που συζητούν   διαστάσεις όπως  «Η κατάσταση της τότε Τουρκίας», «Η θέση του αραβικού κόσμου στο κυπριακό», «Η σοβιετική στάση», και η «Η θέση της δυτικής Ευρώπης».
Η επόμενη θεματική αποτελεί τα συμπεράσματα του συγγραφέα , που ενίοτε είναι και   προτάσεις  ταυτόχρονα, με άξονα τον  απεγκλωβισμό από το τότε  αδιέξοδο. Πρόκειται για δεκαεπτά τον αριθμό συμπεράσματα. Από αυτά θέλω να ξεχωρίσω  το τρίτο στο οποίο τονίζεται ότι η υπερβολική εξάρτηση των ελληνικών κυβερνήσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες τις καθιστούσε πολύ πιο ευάλωτες στο να αποδέχονται την αμερικανική επιρροή και άποψη στα εθνικά ζητήματα, και ιδιαίτερα στο κυπριακό, σε αντίθεση με την Τουρκία. Εδώ σπάει ο μύθος ότι οι Αμερικανοί μπορούσαν ή πολύ περισσότερο σήμερα,  μπορούν με ένα κούνημα του χεριού τους να διώξουν την Τουρκία από την Κύπρο.
Επίσης εντελώς συνοπτικά θα ήθελα να σημειώσω το έκτο, έβδομο, και όγδοο όπου περίπου το ένα είναι συνέχεια του άλλου. Σε αυτά ο Δώρος Θεοδώρου θέτει καίρια  το ερώτημα  γιατί η συμπαιγνία Αμερικανών, Χούντας και Τούρκων για διαμελισμό της Κύπρου, με στόχο όπως όλα καταδείχνουν την διπλή ένωση, τελικά  δεν πραγματοποιήθηκε;  Ο συγγραφέας εύλογα εικάζει ότι τα πράγματα δεν προχώρησαν με βάση το σχεδιασμό  αφού η τουρκική εισβολή, με τη δεύτερη της φάση, επεκτάθηκε και κατέλαβε πολύ περισσότερο μέρος του κυπριακού εδάφους από αυτό που «εθεωρείτο» επιτρεπτό ότι της αναλογούσε, δηλαδή της τάξης του 15%- 20%, όπως άμεσα ή έμμεσα περίπου φωτογράφιζαν και τα σχέδια Άτσεσον, προκαλώντας ταυτόχρονα  πολύ μεγαλύτερα δεινά, από όσα θα προκαλούσε μια ελεγχόμενη και περιορισμένη εισβολή.
Έτσι η   βουλιμία των Τούρκων  που οδήγησε τη χούντα σε πτώση, η διάσωση του Μακαρίου, και η επαναφορά δημοκρατικής κυβέρνησης στην Ελλάδα απέτρεψε αυτήν την συνομωσία  που άτυπα ή μη,  είχε προαποφασιστεί για την Κύπρο. Ο σχεδιασμός των Αμερικανών εξανεμίστηκε. Για αυτό και το αμερικανικό  Κογκρέσο εμφανίστηκε ανοικτά εχθρικό προς την Τουρκία κάνοντας επανειλημμένα λόγο για το ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν πολύ περισσότερο έδαφος απ’ όσο αναλογούσε στους Τουρκοκύπριους βάση της πληθυσμιακής τους αναλογίας. Και το αποκορύφωμα βέβαια ήταν η εκ μέρους του επιβολή του γνωστού εμπάργκο όπλων στην Τουρκία.
Τέλος, θα ήθελα να σταθώ και στο δέκατο συμπέρασμα  όπου διαβάζουμε μεταξύ άλλων και την ανατριχιαστική πρόβλεψη του συγραφέα για την διζωνική ομοσπονδία. Μια πρόβλεψη που  γίνεται πριν ακόμα από τις γνωστές συμφωνίες Μακαρίου – Ντενκτάς  και  Κυπριανού- Ντενκτάς, πλην όμως φαίνεται ότι  η ιδέα της  αιωρείτο. Και γίνεται επίσης,  όταν ακόμα οι Τούρκοι δεν απαιτούσαν, τουλάχιστον επίσημα, την κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Διαβάζω επί λέξη: «η διζωνική ομοσπονδία αποτελεί το προοίμιο της καταργήσεως της σημερινής μορφής της Κυπριακής Δημοκρατίας και της διπλής ένωσης ή της δημιουργίας δύο κρατιδίων».
Στην τρίτη ενότητα ο συγγραφέας καταπιάνεται με τα εσωτερικά της ελληνοκυπριακής πλευράς και συγκεκριμένα τις δύο τάσεις που βρίσκονταν υπό εκκόλαψη. Από την μια όσοι έβλεπαν την τουρκική βουλιμία και κατανοούσαν ότι  αυτή είναι αδηφάγος, διαβλέποντας  ότι το διακύβευμα μιας κακής  λύσης είναι η τουρκοποιήση όλης της Κύπρου. Πίστευαν ότι το κυπριακό κράτος είχε δυνατότητες  να ανακάμψει, να  συνάψει συμμαχίες, και γενικά πρότασσαν  την ανάγκη για  αντίσταση στα τετελεσμένα της εισβολής με βάση και  το διεθνές  δίκαιο το οποίο δεν αξιοποιήσαμε πότε όσο θα έπρεπε και μπορούσαμε.  
Από την άλλη, η τάση  του γρήγορου συμβιβασμού με τους Τούρκους μιας και χάσαμε το πόλεμο, της αποδοχής μη επιστροφής όλων των προσφύγων, μόλις από το 1975 κιόλας, με ότι αυτό θα συνεπαγόταν για τους ίδιους. Και αυτά προκειμένου με τη λογική το πέρασμα του χρόνου να μην γίνουν πιο δυσχερή. Μια λύση δηλαδή διαχωρισμού στη βάση, άτυπα ακόμα, της δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας. Μια θεώρηση που αυτοπροσδιοριζόταν και συνεχίζει να το κάνει ως «πολιτικός ρεαλισμός» και τον οποίο  βιώσαμε εξελικτικά τις προηγούμενες δεκαετίες προχωρώντας  από παραχώρηση σε παραχώρηση για να φτάσουμε μέχρι το διαβόητο σχέδιο Ανάν. Υποχωρήσεις αδιανόητες τότε και για τους ίδιους, που τις έκαναν αργότερα.
 Εδώ πρέπει να  πω ότι  έχουμε άλλη μια κυπριακή πρωτοτυπία, ίσως παγκόσμια. Ο «πολιτικός ρεαλισμός» είναι ένα από τα βασικά ρεύματα, «σχολή», τάση αν θέλετε, των διεθνών σχέσεων με πολύ πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο το οποίο είναι εντελώς αντίθετο από την κυπριακή του σημασιοδότηση. Ανοίχτε ένα οποιοδήποτε εγχειρίδιο διεθνών σχέσεων και  ελέγξετε το. Τότε θα κατανοήσετε ότι αν μεταφέραμε τα αξιώματα του «πολιτικού ρεαλισμού» στο κυπριακό τότε αυτός  βρίσκει την ανταπόκριση του σε όσα εισηγούμαστε εμείς, οι λεγόμενοι απορριπτικοί, εθνικιστές κτλ.
Τα πιο πάνω τα αντιλαμβάνεται ο Θεοδώρου εν τη γενέση τους. Ξέρει ότι μια λύση τότε, αμέσως μετά την εισβολή, με μια Κύπρο εκμηδενισμένη, εκ των πραγμάτων θα ήταν απόλυτα τουρκικών προδιαγραφών. Θέτει από τότε το ζήτημα ποιος θα εγγυηθεί σε περίπτωση λύσης την εφαρμογή των  συμφωνηθέντων. Και ενώ προκρίνει το διακοινοτικό διάλογο μέσω του ΟΗΕ, αφού έβγαζε το κυπριακό από τα στενά και αντικυπριακά πλαίσια του ΝΑΤΟ, ξέρει ότι αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Για αυτό τονίζει την  αναγκαιότητα ενός πολύπλευρου αγώνα,  εκ των πραγμάτων μακροχρόνιου, χωρίς παλινδρομήσεις, αμφιταλαντεύσεις και εκλογικεύσεις. Διαισθάνεται όμως την ψυχολογία του ηττημένου και τα σύνδρομα που αυτή μπορεί να γεννήσει και πίσω από τις γραμμές αγωνιά.
Για να ετίθετο ο μακροχρόνιος αγώνας σε σωστές βάσεις ο συγγραφέας θεωρεί ότι θα έπρεπε να υφίσταντο  κάποιες  θεμελιώδεις προϋποθέσεις, πολύ λογικές και καθόλου αυτονόητες για την εποχή που ετέθησαν. Τις απαριθμώ εντελώς τηλεγραφικά: H πρώτη ήταν η δημιουργία ενός υγιούς και αρραγούς εσωτερικού μετώπου με την επικράτηση των δυνάμεων εκείνων που είχαν τη βούληση για την διεξαγωγή ενός τέτοιου αγώνα. Η προϋπόθεση αυτή συναρτάτο και με απομάκρυνση από το προσκήνιο ή το παρασκήνιο στοιχείων τη  ΕΟΚΑ Β΄ ή εναπομεινάντων χουντικών θυλάκων εντός της  Εθνικής Φρουράς.
Η δεύτερη προϋπόθεση είχε να κάνει με την εμπέδωση της δημοκρατίας στην Ελλάδα, γεγονός το οποίο ήταν υπό εξέλιξη. Μια τέτοια αλλαγή θα σηματοδοτούσε, όπως είχε ήδη  φανεί από την κυβέρνηση Καραμανλή,  τη μερική έστω απεξάρτηση της χώρας από τις ΗΠΑ  με ταυτόχρονα  ανοίγματα στην Ευρώπη, που θα οδηγούσαν στην υποβολή ένταξης στην τότε ΕΟΚ και λίγο αργότερα στην τελική ένταξη της χώρας σε αυτήν. Μια δημοκρατική ευρωκεντρική Ελλάδα θα αποτελούσε το μεγαλύτερο στήριγμα της Κύπρου. Και εδώ ο συγγραφέας δικαιώθηκε σχεδόν απόλυτα, αν λάβουμε υπόψη και την ποιοτικά και ποσοτικά αναβαθμισμένη στήριξη του ΠΑΣΟΚ προς την Κύπρο όταν ανέλαβε την εξουσία, με αποκορύφωμα την ένταξη και της ίδιας, κάτι το οποίο ήταν αναμφίβολα μια επιτυχία της ελλαδικής διπλωματίας και ιδιαίτερα του ΠΑΣΟΚ.
Η τρίτη προϋπόθεση ήταν η ισότιμη κατανομή των οικονομικών  βαρών που προκάλεσε η εισβολή σε συνάφεια  με μια γενικότερη πολύπλευρή προσπάθεια ανάκαμψης της κυπριακής οικονομίας. Η ισότιμη κατανομή των βαρών, η οποία δεν σήμαινε  απλώς την ανακούφιση των προσφύγων, δεν έγινε πράξη παρά τις κατά καιρούς εξαγγελίες της. Η ανόρθωση της οικονομίας  απέβλεπε και στην άμεση  αποτροπή του εκπατρισμού μεγάλου μέρους των προσφύγων, κάτι το οποίο συνέβαινε και ήταν ορατό τα πρώτα χρόνια μετά την εισβολή. Η εν γένει όμως ανόρθωση  της οικονομίας αποτελούσε  θεμελιώδη προϋπόθεση για την διεξαγωγή του μακροχρόνιου απελευθερωτικού μας αγώνα. 
Η τέταρτη προϋπόθεση αφορούσε την σωστή ενημέρωση του κυπριακού λαού για όσα συνέβησαν, τις συνέπειες τους,  των στόχων μας καθώς και  της  ακολουθητέας πολιτικής. Αυτό θα αποτελούσε και μια ψυχική προετοιμασία του λαού για τον αγώνα που έπρεπε να διεξαχθεί. Τέλος, η έκτη προϋπόθεση  αφορούσε τις «κατάλληλες μορφές αγώνα» όπως τις ονομάζει ο συγγραφέας. Στις μορφές αυτές δεν περιλαμβανόταν ο ένοπλος αγώνας πλην όμως η σταδιακή όσο και αποφασιστική στρατιωτική ενδυνάμωση της Κύπρου με τη στήριξη της Ελλάδας ήταν εξαιρετικά αναγκαία για αποτρεπτικούς σκοπούς σε τυχόν σκέψεις της Τουρκίας για κατάληψη ολόκληρης της Κύπρου. Στο πλαίσιο αυτό θα έπρεπε να υπάρξει η μεγαλύτερη δυνατή εμπλοκή του λαού έτσι ώστε η άμυνα να καταστεί παλλαϊκή. Μια προϋπόθεση που σε σημαντικό βαθμό πραγματοποιήθηκε με τη διεύρυνση της εφεδρείας, την αγορά αξιόλογων οπλικών συστημάτων την δεκαετία του ΄80  και του ΄90, τη σύσταση της εθνοφυλακής, και το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας- Κύπρου. Πλην όμως τα τελευταία χρόνια υπάρχει όχι μόνο στασιμότητα αλλά και αποψίλωση της αμυντικής μας θωράκισης με διάφορα επί μέρους  μέτρα που έχουν ληφθεί, ενώ είναι γνωστό ότι και το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα αναστάληκε από τη κυβέρνηση Σημίτη.
 Η κύρια μορφή του αγώνα μας ήταν αυτονόητο ότι θα ήταν πολιτική και θα εδραζόταν στην μέγιστη δυνατή χρήση των νομικών πλεονεκτημάτων που διαθέταμε, την περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεων με την Ελλάδα, την εδραίωση και ανάπτυξη του κυπριακού κράτους στην διεθνή πολιτική σκηνή, την σύναψη συμμαχιών με αραβικά και  ευρωπαϊκά κράτη. Όπως η Γαλλία για παράδειγμα η οποία ήταν θετικά προδιατεθειμένη υπέρ της Κύπρου και της Ελλάδας, και την διεθνή διαφώτιση με την εμπλοκή οργανωμένων συνόλων των πολιτών.
Tέλος, όπως ανέφερα, είναι το πρόσθετο κεφάλαιο με θέμα «Η πρόταση μας 41 χρόνια μετά». Εδώ ο συγγραφέας κάνει μια σύντομη ανασκόπηση και αξιολόγηση  της κατάληξης των προτάσεων και των διαπιστώσεων του.   Οι πλείστες από αυτές, που εν πολλοίς ήταν και προτάσεις της ΕΔΕΚ,  δεν ακολουθήθηκαν πλην μερικών, όχι χωρίς παλινδρομήσεις και πισωγυρίσματα. Για αυτό και όσες προχώρησαν από ένα σημείο και μετά ακυρώθηκαν. Για να έχουμε φτάσει σήμερα στα πρόθυρα μιας πλήρους σχεδόν τουρκικών προδιαγραφών λύσης. Όπως λέει και ο ποιητής φωτογραφίζοντας την κυρίαρχη ιδεολογία των τριών τελευταίων δεκαετιών στο κυπριακό: «Αυτοί που σας λέμε είναι όλοι εκπαιδευμένοι  στο ναι. / Που να αναζητάμε άλλους τώρα, τι λόγος υπάρχει» και « Ούτε ένα ψίχουλο άρνησης σε κάποια κόχη / Εμείς που πριν σπαργώναμεν απ’ τα όχι»  
Αν και δεν απαλλάσσει τον λαό από τις ευθύνες τους ο οποίος προκρίνει με τη ψήφο του την πολιτική του ΔΥΣΗ  και ΑΚΕΛ στο κυπριακό, εντούτοις ο συγγραφέας πιστεύει στο λαό. Όσο αλλοτριωμένος, συγχυσμένος και αποφρονηματισμένος και  αν είναι   το ένστικτο της φυσικής και εθνικής του επιβίωσης είναι υπαρκτό και αυτό φάνηκε κατεξοχήν το 2004.
Ταυτόχρονα ο Δώρος Θεοδώρου, παρά την διολίσθηση του προβλήματος μας, που το καταντήσαμε μια απλή διακοινοτική διαφορά, μια διαφορά του ποιος θα έχει λίγη περισσότερη ή λιγότερη εξουσία στο νέο κράτος φάντασμα, με την Τουρκία απαλλαγμένη σχεδόν από κάθε κατηγορία, εντούτοις πιστεύει ότι μπορεί να υπάρξει αναστροφή, έστω και με κόστος. Ένα κόστος όμως που  πότε δεν θα είναι μεγαλύτερο από αυτό  μιας  τουρκικών προδιαγραφών λύσης. Διαθέτουμε όπλα, παλαιά αλλά και νέα,  όπως και πιο ευνοϊκές περιφερειακές και διεθνείς συγκυρίες από ότι στο παρελθόν. Το ζητούμενο είναι η βούληση και  το φρόνημα  μας προκειμένου να ξεφύγουμε από τις ψευδαισθήσεις και τις προσεγγίσεις του προβλήματος  που μας έχουν επιβάλλει στο μυαλό και στην πράξη οι ξένοι για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.  
Κλείνοντας θα ήθελα να χαιρετίσω το Δώρο Θεοδώρου και το αντιστασιακό του πρόταγμα  το οποίο έκανε πράξη ζωής, με  τους ανεπανάληπτους στίχους του  μεγάλου μας ποιητή Κώστα Μόντη:   «Χρόνια σκλαβκιές ατέλειωτες – τομ πάτσον τζαι τον κλώτσον τους / Εμείς τζαμαί: Eλιές τζαι τερατσιές πάνω στορ ρότσον του

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου