Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2002

H Καταστροφή του 1974 και η Κυπριακή Ποίηση

Χρήστος Αλεξάνδρου
Πολιτικός Επιστήμονας
(Σημ: H πιο κάτω εισήγηση δόθηκε στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο (πρώην Cyprus College) το Νοέμβριο του 2002 στο πλαίσιο της ημερίδας «Το αρχιπέλαγος της σύγχρονης κυπριακής λογοτεχνίας» και στη συνέχεις δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Άρδην τον Ιούνιο του 2004 (τ. 47). Εδώ παρατίθεται ελαφρώς διαφοροποιημένο, λεκτικώς και συντακτικώς)


Αποτελεί κοινό τόπο στους κριτικούς, στους φιλολόγους, τους ποιητές και εν γένει στους λογοτέχνες, ότι τα παθήματα και ο πόνος ενός λαού  σε μια δεδομένη ιστορική συγκυρία, συνήθως αποτελούν αιτία να γεννηθεί μια υψηλής στάθμης ποίηση. Και προπάντων όταν αυτά τα παθήματα είναι συνδεδεμένα  με ματαιωμένα οράματα,  και ακόμη περισσότερο όταν αυτή η ματαίωση ακολουθείται από μεγάλες καταστροφές.

Η κυπριακή ποιητική παραγωγή των τελευταίων πενήντα χρόνων θα λέγαμε ότι είναι από τις πιο ευδιάκριτες και απτές των περιπτώσεων εκείνων που πηγάζουν κατευθείαν από τις τραγωδικές περιπέτειες της πατρίδας. Οι αγώνες, οι αγωνίες και οι καταστροφές του τόπου, αποτυπώνονται κατά τρόπο ακαριαίο  στον ποιητικό λόγο. Τα λόγια των ποιητών βγαίνουν μέσα από βιωμένα στο έπακρο γεγονότα και όχι από ιδέες. Σίγουρα δεν  είναι άσχετο με αυτήν την κεφαλαιώδους σημασία επισήμανση ότι στην Κύπρο δεν ευδοκίμησε ιδιαίτερα ο πεζός λόγος και η διαφορά που τον χωρίζει από τον ποιητικό είναι πολύ μεγάλη.  Ο ποιητικός λόγος ανταποκρίνεται αμεσότερα στα ψυχικά ερεθίσματα, και η έκφραση των συναισθημάτων είναι εναργέστερη. Ας μην ξεχνάμε και τη ρήση  του Ν. Βρεττάκου, ότι «η κυπριακή ποίηση έχει αίμα μέσα της». Η καταστροφή του ’74 λοιπόν, κάνει μια βαθιά τομή και στο σώμα της σύγχρονης κυπριακής ποίησης και την οδηγεί σε πολύ υψηλές επιδόσεις. Διότι, όπως σημείωσε ο Μόντης σε μια συνέντευξη του, «στους λογοτέχνες ο πόνος είναι έμπνευση». (Λέξη 159, 1999, σελ. 405-07)